23 Απριλίου 2017

ΤΩΝ ΑΝΔΡΩΝ ΕΠΟΣ!


*στο Στρατηγό Γιάννη Τζανιδάκη!


Όπως εκείνη η πληγή που, άσβηστη τραβάει για τον ωκεανό
Φαίνεται να θλίβομαι κρυφά, μα πώς, το σούρουπο ζωγράφισε
Κομμάτια του εαυτού μου, πριν ο σκελετός, το σώμα το άλιωστο
Πασπάλι στα χείλη ναυαγού, αισθάνομαι εκείνη τη βουή ν’ αναδεύει
Ευρήματα, λέξεις πονεμένες, σύμπαθα η ζωή, λίγο φαϊ στο κουνενίδι
Αυτό το βιός που μόνο μονολογείς, γεννήθηκε με κραυγές ψηλά στα όρη

Μη μαρτυρήσεις πόνο απ’ ασπάλαθο, αγάπησέ με μπαλωθιά
Ένα σημάδι το σώμα, γη σου, Ελεύθερνα δέξου. Μόνο εσύ ξέρεις
Μες στα φαράγγια αντήχησε όσο, μη μ’ αφήνεις ν’ αποσβήνω
Λαβωμένος, μα τόσο νέος, αγέρωχος...! Στρατιώτης Γιάννης Τζανιδάκης!

kostis nil - Στρατηγός Γιάννης Τζανιδάκης - Απρίλης 2017


13 Απριλίου 2017

Μετά Δακρύων...


Μια θάλασσα μετά δακρύων, θερμά παρακαλώ
Ταξίδι με λιγοστά υπάρχοντα, δυο μικρούλικα μάτια
Δικό σου όρος, λυγμοί, κύματα μαύρα θανατερά
Κεριά σβησμένα, θάνατος, θάνατος
Γειτονιές γκρεμισμένες, τρισκατάρατη τύχη
Τα υπάρχοντά σου, στο όρος των ελεών, διαρρηγμένα
Μεγάλη βδομάδα σταύρωση, σταύρωση
Υποφέρεις ψυχή μου, δάκρυ μοναδικό, Ιησού Ναζωραίε!


Kostis nil - μεγάλη βδομάδα - Απρίλης 2017

5 Απριλίου 2017

Κατακτητής!


Πώς σε λούζει η μάνα σου
Και πώς φέγγεις σαν καθρέπτης
Όμορφο φτερό του ήλιου
Δε ζηλεύω, σ’ αγαπώ.

Και πώς βλέπω να ροδίζουν
Τα χρυσά τα κλώνια
Και τα μάτια να γλυκαίνουν
Στέλνω φίλημα, πρωινό.

Κι η ανάσα σου θεριεύει
Κι η καρδιά μου αντρειεύει
Και ακάλυπτα τα μέρη
Νιώθω να καλείς με θέρμη.

Και τον κότσο ετοιμάζεις
Παράνυφη, νύφη κάνεις
Θέλω σπλάχνο της αυγής
Να 'μαι γω κατακτητής!


Kostis nil – Ανεμοσκορπίσματα – Πειραιάς 1975

13 Φεβρουαρίου 2017

σχεδίασμα Α!


Σε βρήκα χώμα, καθώς το πρωί μια ευωδιά τρυφερή από βροχή
Νότισε εκείνη την πλάση, απαλή απ’ τα χρώματα λουλουδιών
Εκείνο το χάδι, διαπέρασε την όποια κατάρα που χρόνια χτικιάζει
Μη με κοιτάς καθώς σε ’κείνο το μπαλκόνι, απ’ εδώ πάνω
Ένας άνεμος περνά την πυρά πάνω απ’ τα κορμιά μας

Τα χείλη τα δικά σου, σαν αντάμωσαν τον έρωτα, μας άγγιξαν
Αψιές μυρουδιές η γης, από κει που ένα άνθος πανέμορφο
Μες τις ευωδιές, εσύ μεθυσμένη μοίρα κι αν ειν’ η γραφή
Η αγάπη μ’ απαλό τ’ άγγιγμα στο ύπνο τον ονειρεμένο
Ω! το κορμί ανατριχιάζει απ’ τα βάθη ενός πελάγους
Στις αμμουδερές παραλίες ο έρωτας, η θάλασσα, η αλμύρα
Αυτό το καλοκαίρι κι αυτό το φεγγάρι προσκέφαλο της άμμου
Που μάτια, μια βροχή, τα κύματα μου, ιστορία, δάκρυα μου
Σε ταξίδι με την ΚαλυψώΕ! Οδυσσέα ανάμεσα στη Σκύλα
Ε! στη Χάρυβδη ανάμεσα

Μαζεμένος στη θλίψη πάντα ήμουνα, μια μόνο διήγηση
Αλυχτάμε σκυλιά, σαν βραδιάζει κι άδεια η νύχτα
Πορέψου και γύρε το κεφάλι για λίγο ίσως ο ύπνος
Την παγωνιά δεν γνώρισες τόσο, μόνο η ζωή μου
Ένα αεράκι που τώρα πληγώνει, ανύποπτο φαίνεται
Απ’ σοκάκια φτωχικά, μοναχικές φιγούρες ακροβατούν
Κολοπατημένα παπούτσια στην έρημη χώρα μου, σόλες
Ας ουρλιάξω για ν' ακουστεί η βουή μέσ’ απ’ τα στήθη μου

Kostis nil - σχεδίασμα πρώτο - φλεβάρη 2017

4 Ιανουαρίου 2017

Γένεσις του Ποιητή


Ένα σημάδι από κείνο του άγριου βοριά
δεν άφησε γλάστρα,
στριφογυρίζει αενάως του δρόμου τα ξεραμένα φύλλα.

Η σκέψη ακολούθησε τα ρήματα
που ως φύλλα και ’κείνα στριφογύριζαν
σαν να επρόκειτο για συμπαράταξη σ’ εκείνη την άγρια διάθεση.

Κάποια μέρα είπα, κανείς δε θα ακολουθήσει
δε θα υπάρχουν βήματα, ωσάν να μην υπήρξε Ωσαννά.
Μα η πρόβλεψη έχει τη χάρη
εκείνος που τίκτει το χρόνο και τίκτεται, δεν επιστρέφει.

Αμείλικτος όπως πάντα ο χρόνος συνοδεύει το φως
αφήνοντας πίσω μνήμες μιας ιστορίας,
ας πούμε του εαυτού μας, της μνήμης του κορμιού και της ζωής.

Όλες αυτές οι κινήσεις που έσβησαν
ή που μέσα στην κοιλιά της έβαλε η μνήμη
ως και σαν ασίγοντα,
σε κείνο τον χρόνο που αποφάσισε.
Και ήταν φαίνεται μάχη θανάτου αλλά και μάχη ζωής
ποσώς αν η αρρώστια σας έβγαλε στο θάνατο.

Αλλά το φως κι ο χρόνος χάρισμά μας
και μη τολμήσει κανείς ν’ αμφισβητήσει.
Πήγαν έτσι απλά, όπως απλά είπαμε
στη παρακάτω γειτονιά
όπου παιδάκια ανυποψίαστα θα γεννηθούν
θα παίξουν,
θα μυρίσουν κατά το απόγευμα τηγανιτές πατάτες
και κουρασμένα σαν μολύβια σχολικά
είναι τα μόνα που γεμίζουν τη ζωή.
Αλλά ιδέστε, όλα μέσα απ’ αυτό το σαρδάμ
ενός υπέροχου κόσμου, των λένε οι ποιητές.
Ιδέστε, ιδέστε πως τραγουδούν
κελαηδήματα, κελαηδήματα, γυρίσματα.
Ακούστε ένα πουλάκι χορεύει κάτω από τη γλώσσα το τραγούδι
κι έπειτα αυτό που δεν έχουμε μάθει
το συμπληρώνει
χοροπηδώντας ρυθμικά πάνω στο κλαδάκι.

Ακούστε ακόμη τη χαρά μου, που μόνο με τραγούδι
μέσα στα στήθη μας
για 'κείνο το μωράκι που μόλις γεννήθηκε.

Γεννήθηκα καταμεσής στο φως, στο χρόνο
στα τραγούδια των πουλιών
δοκιμάστηκα με πίκρα και πάθη
σκότωσα τη φιλία.
Μα γεύτηκα μέσα στο φως
κι ας αντάμωσα από μακριά τον πόλεμο.

Μα τι τυχερός
γεννήθηκα καταμεσής ένα μεσημέρι
συνοδευόμενος με μια τσιρίδα κλάμα,
η γιαγιά μου είχε φέρει ζεστό ψωμί
κι απλόχερα, γέμισε με τα τίμια χέρια της
τις τσέπες της γειτονιάς.


Kostis nil - Γένεσις του Ποιητή

31 Δεκεμβρίου 2016