17 Ιανουαρίου 2018

Πέφτω Περήφανος


Έσμιξαν τα λόγια, τι αναβλύζει στο καφενείο
Θε μου μια προσευχή, για τούτα τα μέρη
Ένας ήλιος καυτός, μια θάλασσα ταραγμένη
Χρυσόμαλλο δέρας στα όνειρα μάς φοβερίζει

Εκείνα τα βράχια κρεμασμένα δακτυλίδια
Μεγάλα κύματα, στο κατόπι γουλιάζουν
Έλα αετέ της Πίνδου σ’ απόκρημνες ουρές
Ν’ αγγίξω, πληγές ξεχασμένων ηρώων
Κι ας μια φορά πετάξω, μια φορά δίχως πίκρα
Άσε με σου λέω, ψηλά να πάω, μια φορά με τον Ίκαρο
Μόνο θα σου πω, αν δε με ξέρεις, πέφτω Περήφανος

Kostis nil – Πέφτω Περήφανος – Γενάρης 2018


10 Ιανουαρίου 2018

Δάκρυ το κεντημένο


Ήσυχη που ’ναι η βροχή, σήμερα κιόλας
Μα τι κυλά περισσότερο στην άκρη
Κρυφά που, πνίγεται στο δάσος
Με κόπο να μην κλάψεις, κι όταν
Σμίγει μια τόση δα σταλιά, ρουμπίνι
Θα κυλίσεις πέτρα ή δε θα κυλήσεις
Υγρή διαμαντόπετρα με ξεπερνά

Τώρα σε είδα, σαν είδα να φεύγει η βροχή
Θυμήθηκα εκείνη την ιστορία, την παλιά
Κάπου σαν ίσκιος, αραχνοΰφαντο συνταίριασμα
Εκείνη η κλωστή, ασταμάτητα, όπως η βροχή
Κλώθει, καίγοντάς μου, δάκρυ το κεντημένο


Kostis nil - Δάκρυ το κεντημένο - Γενάρης 2018






7 Ιανουαρίου 2018

Το τραγούδι είναι δικό μου


Ό,τι μαγκάνι σε ο χρόνος
Ό,τι το τραγούδι αρνήθηκε
Ό,τι η θάλασσα έκλεισε με το μάτι
Ό,τι το κύμα βασάνισε

Αύριο να με θυμάσαι κύμα
Μα το τραγούδι δεν είναι δικό σου

Σε μια αυγουστιάτικη ρόγα σταφυλιού
Βαπτίστηκε ο ήλιος του καλοκαιριού
Σε μια γουλιά κρασί
Πνίγηκαν τα λόγια μιας ζωής

Mα το τραγούδι δεν είναι δικό σου

Στη μέση του πελάγους
Ψιθυριστά στο λέω
Δε μένουν πολλά
Ούτε και το μαντολίνο

Μα το τραγούδι είναι δικό μου


Kostis nil - Το τραγούδι είναι δικό μου - Γενάρης 2018 

31 Μαΐου 2017

Ανεμουρταλίδη Άνεμος - Πρώτος ξάγρυπνος

*απόσπασμα

…Μέρα μισή, μισή νύχτα, μ’ άγριο άνεμο, μα ποιος εγώ ξημερώματα
Μπροστά απ’ ένα μπαλκόνι που βγόριζε, χάραξε η άλλη μισή μέρα
Από τύχη η γης έβγαλε άνθος κι ανήμενε να γκρεμιστούν τα όσα τείχη
Ε, μακριά, μόνος ένας γλάρος κάνοντας σκέρτσα να καμαρώνεις
Ψηλά στον ουρανό, πάνω απ' τα βουνίσια κύματα, κυμάτισε εκείνη η γραφή


Στεφανωμένη με ρόδα, χρυσοκέντητη ακτίνα παρακέντησε το νου μου
Πόρπη του ήλιου παραστεκόταν εκεί πλάι μου, για ώρα εξακοντισμένη
Μα κανείς βασιλεύς, άρχοντας, μόνος πένητας με κολοπατημένο παπούτσι
Μένουν τα μύχια της καρδιάς, της γυναίκας ακτίνας που λυτή κάθισε στο θρόνο
Πρώτη αυτή, απ’ τα σχιστά χείλη της έβγαλε τούλια παλιού τηλέγραφου
Πολύχρωμα γέννησε μωρά, καταυλίζοντας έπιασαν εις άκρου τη Γή


Αβασάνιστα έτρεξε ιδρώτας, χωρίς λόγο έσταζε από παντού βουβό δάκρυ                                 Αφήνοντας σημάδι με τα χείλη, σκούληκας έσκαψε χώμα το λασπωμένο
Καθώς ερχόμουν στα ίσα, χωρίς βλέμμα, μα ούτε χείλη, ούτε στόμα εγώ
Μίλησε με δυσκολία για αιματοβαμμένα τούλια σαν να δάγκωνε νεφρό
Είχα την αίσθηση ότι παρουσιάστηκε οπτασία που έπειτα διακτίνησε
Κάτω από αρχαία ερείπια, σε στοιβαγμένα βύσαλα εκεί θα κρυβόταν


Εκεί είμαι θαμμένος, στην εύηχη γη, την ποτισμένη από αίμα
Εκεί είμαι με προγόνους ανάμεσα σε στοιβαγμένα βύσαλα
Εκεί είμαι αγγείο σε παράσταση από κυνήγι, λέοντα με αίγαγρο
Εκεί είμαι νερό της στέρνα, κύκνειο άσμα του πλατανόφυλλου
Εκεί είμαι προσοποτάμιο νερό γαργαριστό ανάμεσα σε φυλλωσιές 
Εκεί είμαι αθάνατος χρόνος, ορφανός κάτω απ’ έναστρη νύχτα
Εδώ δίπλα σου, ποτάμι των βροχών που αιώνια γουργουρίζεις 
Στυφός στον ορίζοντά μου, τον σκεπασμένο από μυρωδιές και δαφνόφυλλα


Καθώς ανασηκώθηκα απρεπώς ανατινάχτηκε η χρυσόσκονη μητέρα
Έσβησε την κάθε παρουσία της, και το νερό στο ποτήρι έμεινε βυχό
Την κάθε παρουσία, μέχρι που θάλασσα ξάφρισε πλουμιά από νεκρό καράβι
Ξεβράζοντας τ’ ανοσιουργήματα, ειρωνική διάθεση, είπε αυτοκαθαρίζομαι


Και μέσα σ’ όλα άγριος άνεμος σκύλεψε την άλλη μισή νύχτα και μέρα
Πλοκάμια άπλωσε, φιδίσιος σφυρίζοντας ο λεγόμενος Ανεμουρταλίδης
Σαν φτερουγίζει φαίνεται να παίζει στο γόνα, τ' αθώα θύματα του
Καθρεπτίζεται πάνω στο πέλαγος φέρνοντας βόλτα τα μαύρα νέφαλα
Όποιος αφτί στην άκρη του κόσμου, αφουγκράζεται, μοιραίο το κοίταγμά του
Μάσκα από νεκρά ψάρια που, θολά κοιτάνε ανάστροφα τον ουρανό
Τελευταία πράξη η μέρα σου, τελευταία πράξη η μέρα μου, σφιχταγκαλιασμένοι!


Ω! χαρά της φρίκης! ως πότε. Ω! θησαυροί των αηδονιών που θαύμασα
Ω! εσύ αιδεσιμότατε, υφαντουργέ των τεχνών των μεσαίων χρόνων
Πάνω απ’ τα υπέργηρα καθήκοντα σου, σφράγισες με τη σιωπή σου
Εδώ πάνω απ’ τη θάλασσα, του μπαλκονιού που καταρρέει, απαρηγόρητος
Με καμνισμένα αγιοτσίνορα βουτηγμένα στο μέλι, εικόνες που δεν ηχούνε
Οι ανεμοδείχτες ορφάνεψαν την μοίρα μου πριν τσακιστούνε στα βράχια
Έρχομαι, ομιλούσα γλώσσα και να, ας συναντηθούμε ξανά ανεμοδείχτες
Τώρα με ’κείνο το σκαρί, ανεμουρταλίδης εγώ άνεμος, καιρός να καμαρώσω…


Kostis nil - Ανεμουρταλίδης Άνεμος (απόσπασμα) - Μάιος 2017

                     

27 Μαΐου 2017

Μνήμη, μηδέ Λήθη


Λέγεται πως είναι φως
με την υπόθεση μιας μαργαρίτας
Οι μαθηματικοί προσδιόρισαν χρόνου αρχή
προσθέτοντας έπειτα έτη φωτός
Δόθηκε η αίσθηση ενός νέου γεγονότος
που σημαδεύτηκε με την ανάκτηση ενός κύκλου
για όλες εκείνες τις αχτίνες που φώλιασαν περίτρανα
Έπειτα ακολούθησε ακατάσχετη ροή
ενός μύθου που διαχύθηκε στο διάστημα

Ονομάστηκε φως της ποιήσεως
από ’κείνους
που πάντα ονειρευόντουσαν ταξίδι

Οι Λόγχες φωτός καρφώθηκαν σαν δέντρα
πάνω στη γη
Ποδοβολητά σκιών ακούστηκαν ν’ αποχωρούν
και κύματα γρανιτένια έμειναν μετέωρα

Επικράτησε η σιγή
με την απειλή των πάγων

Το φως εκείνο έφτασε για πρώτη φορά
ήταν παραπάνω από ένα χάδι
Μια που πρώτη φορά
όλοι εμείς μεταφράζουμε

Έμεινε ακίνητο για αιώνες κι έτη φωτός
Κολώνα στο κέντρο του διαστήματος
Πολύ μετέπειτα κέντρο των φυτών των πουλιών
και των ζώων
Φάσμα στο παιγνίδι των κυμάτων
Της αίσθησης του απερίγραπτου
Των πετάλων μιας διαστημικής συνθήκης

Κι αν του δώσουμε νόηση φυγής
ανεβαίνοντας πάλι τα μαθηματικά
Μετρώντας και ξαναμετρώντας ταχύτητες
θερμότητες και αποστάσεις
Σαν ένα παράξενο κενό, γεμάτο σύνολα
που με αγκύλες περικλείει ο καλός μαθητής

Αν πάλι, γιατί το μέσον μιας σκέψης
η σύνδεση, ή η αποσύνδεση
Επειδή κάτι ζεστό που ονομάσαμε
το πρώτο χάδι
Που έλιωσε τους πάγους κι έφτιαξε
τις θάλασσες

Αυτή είναι μόλις η πρώτη δοκιμή
ή αλλιώτικα, η δομική κίνηση του διαστήματος

Επακολούθησαν εκτός των πρώτων ποιητών
Αφόρητα ο δικό σας θάνατος
Εξετάσαμε ήδη εκατομμύρια θανάτους
Που παίζουν σε επανάληψη
Πάλι τη γέννηση
και τον θάνατο ενός νέου αριθμού

Εμπιστευτείτε τι άλλο
Κάτι σαν τη διαστημική βαλίτσα
πάντα γεμάτη
σαρδελοποιημένα συμβάντα
Αφού η λύπη, ή το κλάμα
Ή, η χαρά, τη μέρα των γενεθλίων σας
Απόρρητο, απόρρητο ή σαν είδος μαγικό
Το επεξεργάζονται μόνο γνωστοί και φίλοι
πάνω απ’ το φέρετρο σας

Το φέρετρο σας μετέπειτα με φτερά!
Το σύμπαν δεν έχει σταυρωμένα χέρια
Δεν έχει φίλους, συγγενείς κι αηδίες
Πέταξε τα λουλούδια και τα δάκρυα

Όλα στη γη την καρπερή φυτεύτηκαν
Όλα και του σώματος πάθη
Όλα με μιας
Το φέρετρο σας το σύμπαν το ξεσήκωσε
κι ακόμα ψηλά
η μνήμη 
ή εν πολλοίς η λήθη

Όλα αηδίες για το σύμπαν
Ταξιδεύει και κείνο μαζί σας
Κρατώντας την ίδια βαλίτσα αποσκευών
Με διαστημικούς και παράταιρους χρόνους
Με κλίμακα, χάρακα, διεύθυνση και φτερά 

Στην απερίγραπτη αυτή σκηνή 
γεννήθηκαν θρησκείες, ακολούθως 
Αμερικάνικες πολυεθνικές ψυχοφαρμάκων 

Αντισταθείτε στην απειλή 
και ζήστε 
Ζήστε προπαντός της ζωής 
και του θανάτου τον τύμβο
Άλλος! 
Ανθοστόλιστος του ονόματος σας

Εν πολλοίς μνήμη, μηδέ λήθη!


Kostis nil - Μνήμη, μηδέ Λήθη - Ιούνης 2006






23 Απριλίου 2017

ΤΩΝ ΑΝΔΡΩΝ ΕΠΟΣ!


*στο Στρατηγό Γιάννη Τζανιδάκη!


Όπως εκείνη η πληγή που, άσβηστη τραβάει για τον ωκεανό
Φαίνεται να θλίβομαι κρυφά, μα πώς, το σούρουπο ζωγράφισε
Κομμάτια του εαυτού μου, πριν ο σκελετός, το σώμα το άλιωστο
Πασπάλι στα χείλη ναυαγού, αισθάνομαι εκείνη τη βουή ν’ αναδεύει
Ευρήματα, λέξεις πονεμένες, σύμπαθα η ζωή, λίγο φαϊ στο κουνενίδι
Αυτό το βιός που μόνο μονολογείς, γεννήθηκε με κραυγές ψηλά στα όρη

Μη μαρτυρήσεις πόνο απ’ ασπάλαθο, αγάπησέ με μπαλωθιά
Ένα σημάδι το σώμα, γη σου, Ελεύθερνα δέξου. Μόνο εσύ ξέρεις
Μες στα φαράγγια αντήχησε όσο, μη μ’ αφήνεις ν’ αποσβήνω
Λαβωμένος, μα τόσο νέος, αγέρωχος...! Στρατιώτης Γιάννης Τζανιδάκης!

kostis nil - Στρατηγός Γιάννης Τζανιδάκης - Απρίλης 2017


13 Απριλίου 2017

Μετά Δακρύων...


Μια θάλασσα μετά δακρύων, θερμά παρακαλώ
Ταξίδι με λιγοστά υπάρχοντα, δυο μικρούλικα μάτια
Δικό σου όρος, λυγμοί, κύματα μαύρα θανατερά
Κεριά σβησμένα, θάνατος, θάνατος
Γειτονιές γκρεμισμένες, τρισκατάρατη τύχη
Τα υπάρχοντά σου, στο όρος των ελαιών, διαρρηγμένα
Μεγάλη βδομάδα σταύρωση, σταύρωση
Υποφέρεις ψυχή μου, δάκρυ μοναδικό, Ιησού Ναζωραίε!


Kostis nil - μεγάλη βδομάδα - Απρίλης 2017