13 Φεβρουαρίου 2017

σχεδίασμα Α!


Σε βρήκα χώμα, καθώς το πρωί μια ευωδιά τρυφερή από βροχή
Νότισε εκείνη την πλάση, απαλή απ’ τα χρώματα λουλουδιών
Εκείνο το χάδι, διαπέρασε την όποια κατάρα που χρόνια χτικιάζει
Μη με κοιτάς καθώς σε ’κείνο το μπαλκόνι, απ’ εδώ πάνω
Ένας άνεμος περνά την πυρά πάνω απ’ τα κορμιά μας

Τα χείλη τα δικά σου, σαν αντάμωσαν τον έρωτα, μας άγγιξαν
Αψιές μυρουδιές η γης, από κει που ένα άνθος πανέμορφο
Μες τις ευωδιές, εσύ μεθυσμένη μοίρα κι αν ειν’ η γραφή
Η αγάπη μ’ απαλό τ’ άγγιγμα στο ύπνο τον ονειρεμένο
Ω! το κορμί ανατριχιάζει απ’ τα βάθη ενός πελάγους
Στις αμμουδερές παραλίες ο έρωτας, η θάλασσα, η αλμύρα
Αυτό το καλοκαίρι κι αυτό το φεγγάρι προσκέφαλο της άμμου
Έρωτας η γη μου, το φως, η θάλασσα
Που μάτια, μια βροχή, τα κύματα μου, ιστορία, δάκρυα μου
Σε ταξίδι με την ΚαλυψώΕ! Οδυσσέα ανάμεσα στη Σκύλα
Ε! στη Χάρυβδη ανάμεσα

Μαζεμένος στη θλίψη πάντα ήμουνα, μια μόνο διήγηση
Αλυχτάμε σκυλιά, σαν βραδιάζει κι άδεια η νύχτα
Πορέψου και γύρε το κεφάλι για λίγο ίσως ο ύπνος
Την παγωνιά δεν γνώρισες τόσο, μόνο η ζωή μου
Ένα αεράκι που τώρα πληγώνει, ανύποπτο φαίνεται
Απ’ σοκάκια φτωχικά, μοναχικές φιγούρες ακροβατούν
Κολοπατημένα παπούτσια στην έρημη χώρα μου, σόλες
Ας ουρλιάξω για ν' ακουστεί η βουή μέσ’ απ’ τα στήθη μου

Kostis nil - σχεδίασμα πρώτο - φλεβάρη 2017

4 Ιανουαρίου 2017

Γένεσις του Ποιητή


Ένα σημάδι από κείνο του άγριου βοριά
δεν άφησε γλάστρα,
στριφογυρίζει αενάως του δρόμου τα ξεραμένα φύλλα.

Η σκέψη ακολούθησε τα ρήματα
που ως φύλλα και ’κείνα στριφογύριζαν
σαν να επρόκειτο για συμπαράταξη σ’ εκείνη την άγρια διάθεση.

Κάποια μέρα είπα, κανείς δε θα ακολουθήσει
δε θα υπάρχουν βήματα, ωσάν να μην υπήρξε Ωσαννά.
Μα η πρόβλεψη έχει τη χάρη
εκείνος που τίκτει το χρόνο και τίκτεται, δεν επιστρέφει.

Αμείλικτος όπως πάντα ο χρόνος συνοδεύει το φως
αφήνοντας πίσω μνήμες μιας ιστορίας,
ας πούμε του εαυτού μας, της μνήμης του κορμιού και της ζωής.

Όλες αυτές οι κινήσεις που έσβησαν
ή που μέσα στην κοιλιά της έβαλε η μνήμη
ως και σαν ασίγοντα,
σε κείνο τον χρόνο που αποφάσισε.
Και ήταν φαίνεται μάχη θανάτου αλλά και μάχη ζωής
ποσώς αν η αρρώστια σας έβγαλε στο θάνατο.

Αλλά το φως κι ο χρόνος χάρισμά μας
και μη τολμήσει κανείς ν’ αμφισβητήσει.
Πήγαν έτσι απλά, όπως απλά είπαμε
στη παρακάτω γειτονιά
όπου παιδάκια ανυποψίαστα θα γεννηθούν
θα παίξουν,
θα μυρίσουν κατά το απόγευμα τηγανιτές πατάτες
και κουρασμένα σαν μολύβια σχολικά
είναι τα μόνα που γεμίζουν τη ζωή.
Αλλά ιδέστε, όλα μέσα απ’ αυτό το σαρδάμ
ενός υπέροχου κόσμου, των λένε οι ποιητές.
Ιδέστε, ιδέστε πως τραγουδούν
κελαηδήματα, κελαηδήματα, γυρίσματα.
Ακούστε ένα πουλάκι χορεύει κάτω από τη γλώσσα το τραγούδι
κι έπειτα αυτό που δεν έχουμε μάθει
το συμπληρώνει
χοροπηδώντας ρυθμικά πάνω στο κλαδάκι.

Ακούστε ακόμη τη χαρά μου, που μόνο με τραγούδι
μέσα στα στήθη μας
για 'κείνο το μωράκι που μόλις γεννήθηκε.

Γεννήθηκα καταμεσής στο φως, στο χρόνο
στα τραγούδια των πουλιών
δοκιμάστηκα με πίκρα και πάθη
σκότωσα τη φιλία.
Μα γεύτηκα μέσα στο φως
κι ας αντάμωσα από μακριά τον πόλεμο.

Μα τι τυχερός
γεννήθηκα καταμεσής ένα μεσημέρι
συνοδευόμενος με μια τσιρίδα κλάμα,
η γιαγιά μου είχε φέρει ζεστό ψωμί
κι απλόχερα, γέμισε με τα τίμια χέρια της
τις τσέπες της γειτονιάς.


Kostis nil - Γένεσις του Ποιητή

31 Δεκεμβρίου 2016

19 Δεκεμβρίου 2016

ΟΔΗΓΟΣ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΠΡΟΣΜΟΝΗΣ


Σαν η φωλιά σου έρωτας
ενός παιδεμού τα μύρια
λουλούδι, λουλούδι που μαραίνομαι.

Την σήμερον ημέρα και ώρα
ένα φιλί περιμένω
γιατί είναι χλωμή του ουρανού
και του επίγειου σώματος η προσμονή,
ως ένα φιλί
που και κείνο σαν κάκτος
τρέφει τη ρίζα του ωραιότερου άνθους
κι έπειτα
ως φίδι κουλουριασμένο καραδοκεί.


Kostis nil - προσμονής - Χειμώνας 2004

29 Οκτωβρίου 2016

Τ’ ΑΡΚΑΔΙ ΣΤΟΥΣ ΚΑΙΡΟΥΣ

*Χαρισμένο: στο Χωριό μου!
*Μαμούνια, μέλη Πολιτιστικού Συλλόγου Ελεύθερνας!


Πέτρα κοφτή ειν’ η ψυχή, μαχαίρι αμανίκωτο που δεν τρομάζει
Μια πιστολιά στ’ Αρκάδι, ανατινάζει και σειούνται τα φαράγγια
Μαύρο μαντάτο, φέρνει βαριά τα νέφαλα, τα όρη τιμονεύει
Σμάρι με σμάρι, πουλιά πετούμενα κι ο φόβος φτερά μαζώνει
Μα λόγος ένας, ο Λεύτερος, βυζάνει μας τα στήθη

Κόσμε η δόξα τους, δόξα πυρσός, κεντά το φως του κόσμου
Πού ο Θεός, ναι ο Θεός, σημάδεψε την αγαλλιά σου Αρκάδι
                                           
Σαν βιάζεται η λευτεριά αγέρωχη να περπατεί, στα όρη
Σ’ απόκρημνες πλαγιές, ξυπόλυτες του Ψηλορείτη
Δίκταμο, θυμάρι άνθησε, μελίσσι μεθυσμένο
Ζώστηκες Αντράκι μου, τ’ ασήκωτα, τα ιερά σου όπλα
Ρόδο μου δάκρυ, Αρκάδι μου, ρόδο μου ματωμένο
                                            
Πέταξες το θηκάρι και με σπαθιές αναθυμάσαι ιστορία
Γάργαρο αίμα, αίμα σου, κέντησες Γιαμπουδάκη
Mε την πιστόλα ξάμωσες στα ίσα το μπαρούτι
Κέντησες φλόγα, κέντησες, ολάκερη την Κρήτη
                                                                                      
Κι ως, έμπλεα μάτια έσυραν σιωπή, τα πρώτα ζάλα
Ειν’ ο συρτός, που σέρνει η λύρα πένθιμα, λιτά μας ανεμίζει
Ήταν στιγμή, σαν η ψυχή εζώστη θάρρος, το μαύρο θάνατο
Κι ο θάνατος, έδωσ’ ζωή στο θάνατο κι απάλυνε τον πόνο
Τ’ ολοκαύτωμα ρόδι μεστό, μπαρούτι π’ ανοίγει τα καρπούλια
Στους ουρανούς τα γυναικόπαιδα συνέχισαν, χορός τα ζάλα
Με μιαν αγκάλη, στη μέση έβαλαν μωρό, μωρό μας Δασκαλάκη
Και γλυκασμός σιμά, αγγέλων, ψάλλουσι αλληλούια, αλληλούια
                                           
Είσαι Αρκάδι μια ιστορία, τόπος ιερός, αιώνια προσκυνώ Σε
Θυσία ηρώων, που έβαλαν πέτρα, στην πέτρα τη ζωή
Φορώ σας μαύρα πουκάμισα, αγώνας, λάβαρα ματωμένα
Τόπους κρατούν και χειμαδιά, μ’ έρωτα, Λεύτερη η γη π’ αρμέει
Τ’ Αρκάδι αγκάλιασε τη Λευτεριά τη γης, νογώντας τη ζωή μας

Kostis nil – Αρκάδι, επέτειος 150 χρόνια – Νοέμβριος 2016

16 Οκτωβρίου 2016

Ονόματι: Θεά Πανάκεια


Σε φωτογραφία ενθύμιο ποιητές εποχής, απαρηγόρητοι
Ταπεινοί φίλοι μου, πληγιασμένοι, ανήμποροι
Υπεύθυνοι για κάθε αστιξία, επί γης αγκάθινοι ταραξίες
Πολυπαθούς μοίρας, κατά πώς, βλαβερών εικόνων
Ποτάμι και θάλασσα, θάλασσα κι ουρανός, κι αγέρας
Ξάρτια: τροχαλίες, σχοινιά, δεμένοι μα και ψηλά ολόγδυμνοι
Έχοντας πετάξει στη θάλασσα τα τοιαύτα, πέπλο και καπέλα

Ε, εσύ απίστευτη μέρα! Ε, εσύ ατέλειωτε ουρανέ! φίλε μου
Βουνών, ποταμών, κάμπων, θαλασσών, θάνατε μου!
Παρηγορήσου
Κάνοντας επανάσταση! κάνοντας επανάσταση!

Όλα ευπρεπώς σε διάσταση, σε χρόνο ντε-τε ευωδιές μου
Κι εσύ, διαβολεμένο μυρμηγκάκι, δόκιμο θυσίας
Σε βίαιη περιπλάνηση, υπερίπταται η περίπτωση μου
Πάλι ’λιόλουστε φίλε! Φως! Ε, φίλε της αυτοδιάθεσης!
Υπεράνω, Ικέτης, για το χρυσάφι επίγειων στιγμών

Κάτι διαρκώς ανατινάζεται, διαρκώς γεννιέται, πεθαίνει
Περνώντας τον κάβο με τις απλησιές, ασύμβατων ρευμάτων
Αφήνοντας ξοπίσω, φαντάσματα, ατάκτως ερριμμένα
Ωσάν φίλοι μου, αδήριτοι ποιητές, ροδόπλεκτοι
Σάρκα η μοναξιά μου, στιχάκι αδιαφιλονίκητο που ραίνει
Ραίνει μ΄ άνθη την όργητα φτωχικών λέξεων, θανατερών
Πλασμένοι φίλοι μου ποιητές, (τρόπος του λέγειν), από χέρι Θεάς

Kostis nil - Θεά Πανάκεια - Οκτώβρης 2016